Στον Νικόλα μου
Ο Τομ της οικογένειας Γουίνγκφιλντ
ψάχνει φωτεινό σηματοδότη εξόδου
στο γυάλινο κόσμο του σαλονιού μας
η μητέρα Αμάντα ανεμοδούρα
και ο Δον Κιχώτης είναι σε άλλη σκηνή
η αδελφή Λώρα ωραία κοιμωμένη
και ο κόσμος της δεν ξημερώνει με φιλί
στη μέση του σαλονιού ο νέος ουρλιάζει
«είμαι εδώ παλιολάμιες γιατί σας γουστάρω
και αύριο που θα φύγω πάλι θα σας γουστάρω»
-Στερεύει ο ρόλος όταν δεν τον προκαλείς-
Είμαι ο «εγώ» γαμημένε παλιόκοσμε
και δεν γουστάρω επίθετα και προσδιορισμούς
γίνομαι ότι είμαι αφήνομαι στη ροή
μπορώ να σταθώ σε οποιοδήποτε σανίδι
χωρίς την συγκατάθεση ξεπεσμένων κριτών
να γίνω Αίμονας στις εμμονές σας
Άμλετ στις κρυφές ενοχές σας
Μήδεια στην ακραία ζήλια σας
Αργκάν στους κατά φαντασία φόβους σας
Μπορώ να κλείσω την αυλαία χωρίς χειροκρότημα
ένας Σαντ που σας βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα
Όταν δεις πραγματικά τη σκηνή
το θέατρο αλλάζει
όλα τα έργα θαρρείς ενώνονται
σε κείνο το χορικό
που γίνεται μια μονάχα κραυγή, σημείο
τέλους και αρχής του κόσμου τούτου
«Πολλά τα Δεινά.
Μα του Ανθρώπου το δέος:
ο άνθρωπος!»
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2021
Ο δεκάλογος του «είμαι» μου - Βίκυ Βανίδη
Ο δεκάλογος του «είμαι» μου1. Πολεμάω τον φασισμό από όπου και αν προέρχεται
2. Η άμυνα δεν έχει βία αλλά αντεπίθεση για να διατηρήσει το υποκείμενο το δικαίωμα του στη ζωή οπότε δεν καταδικάζω τη βία από όπου και αν προέρχεται -Η Κρατική βία δεν είναι ποτέ από άμυνα άρα την καταδικάζω χωρίς δεύτερη σκέψη.
3. Σέβομαι και υπερασπίζομαι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του συνανθρώπου μου εφόσον δεν ενοχλεί το κοινωνικό σύνολο με επιβολή (φασισμό) και εφόσον ψάχνει να βρει ισορροπίες με τον εαυτό του ακόμη και αν διαφωνώ παντελώς με τον ιδεολογικό του προσανατολισμό
4. διαφωνώ με ότι λες αλλά εφόσον δεν μου το επιβάλλεις έχεις κάθε δικαίωμα να το λες
5. Σέβομαι απόλυτα το θρησκευτικό αίσθημα των ανθρώπων αλλά παραμένω άθεη
6. Σέβομαι τη συλλογικότητα αλλά σέβομαι περισσότερο την ατομικότητα άλλωστε τα σύνολα αποτελούνται από άτομα και δεν υπάρχουν καλύτερα σύνολα από τη συνάθροιση ανθρώπων με ελεύθερη βούληση
7. Τα αφεντικά δεν έχουν ποτέ δίκαιο αφού ξεκινούν εξαρχής με δικαίωμα εκμετάλλευσης για να κατοχυρώσουν την κυριαρχία τους
8. Ασπάζομαι απόλυτα αυτό που λέει ο Μαλατέστα ότι χωρίς την προσωπική επανάσταση και χωρίς τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους επαναστατημένους με σκοπό την αντίσταση στη δύναμη του κοινωνικού περιβάλλοντος και στην προσπάθεια για μετασχηματισμό του, αυτό το κοινωνικό περιβάλλον δεν θα άλλαζε ποτέ. Δεν πρόκειται να φτάσουμε στην αναρχία ούτε σήμερα ούτε αύριο ούτε σε δέκα αιώνες, απλώς θα πορευόμαστε προς την αναρχία σήμερα, αύριο και για πάντα
9. Στην ατομιστική αστική ηθική αντιπαραθέτω την ηθική της αλληλεγγύης. Η αστική ηθική είναι κάτι παραπάνω από κακή, όμως δεν μπορούμε να διανοηθούμε μια κοινωνία χωρίς καμία ηθική, ούτε έναν συνειδητό άνθρωπο χωρίς κανένα κριτήριο για το τι είναι καλό και κακό για τον εαυτό του και τους άλλους. Για να καταπολεμήσεις σωστά μια κακή ηθική, οφείλεις να αντιπαραθέσεις, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, μια ηθική ανώτερη. -Θεωρώ εντελώς ανήθικο να κράζω έναν άνθρωπο που αντιδρά σε κάτι που το «είναι» του δεν του επιτρέπει να συμβιβαστεί ακόμη και αν αντιδρά σε κάτι που εγώ έχω ενσωματώσει στην ηθική μου. Ουσιαστικά δεν επιλέγω να γίνομαι σαν αυτούς που κράζω
10. Απέναντι στο κράτος και τη μαζική κοινωνία του πολιτισμού αντιπαραθέτω την κοινότητα. Στην κοινοτική ζωή μπορούν να αναδειχθούν όλα τα χαρακτηριστικά της αυθεντικής συνύπαρξης, της ατομικότητας και κοινωνικότητας των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά που καταστέλλονται από τους θεσμούς του κράτους στη μαζική κοινωνία.
ΥΓ1: Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης που είναι είχε εξελιχθεί και διαμορφωθεί ως ξεχωριστό είδος και όχι ως ανώτερο
ΥΓ2: Πολλά γεννούν το δέος /μα το ανείπωτο δέος ο άνθρωπος ....Πολλά τα Δεινά. /Μα του Ανθρώπου το δέος : Ο Άνθρωπος
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021
Στον καταραμένο ποιητή –Βίκυ Βανίδη
Τα ποιήματα σου συλλαβίζουν την απόγνωση ακροβατούν στις ανείπωτες εκδοχές της ζωής
σαν εκείνες τις μπλε στιγμές πριν την αυγή
που δεν ξέρουν αν είναι μαύρο σκοτάδι
ή αν έχουν μέσα τους σπέρμα από φως.
Σε σκέφτομαι το ξημέρωμα σκυμμένο
στο λευκό χαρτί του τίποτα να γράφεις
με δάχτυλα σπασμένα την πλήξη σου
να ρουφάς με μανία το αναμμένο τσιγάρο
γεμίζοντας τα σωθικά σου νέφη καπνού
για μια τζούρα κάβλας για λίγο φως
γι΄ αυτό το γαμημένο τσακ του αναπτήρα
που ξυπνά μέσα σου απελευθέρωση.
Όλη σου η πνοή για ένα δαχτυλίδι καπνού
που παίρνει σχήμα από τα χείλη σου
για να διαλυθεί σαν φιλί σε θολή οπτασία
που εξανεμίζεται πριν προλάβεις να την αγγίξεις
και τότε σε πιάνει μανία, ρουφάς κι άλλο καπνό
πνίγεσαι όλο και πιο βαθιά για να βγάλεις και
άλλους κύκλους να γεννήσεις και άλλες ματαιότητες.
Τόσα αποτσίγαρα σβησμένα στο πάτωμα
τόσοι αυτόχειρες ποιητές στο χαρμάνι του θανάτου
Ω! Καταραμένε ποιητή μας απελευθερώνεις από κάθε εικασία
το μολύβι σου πυροβολεί την αληθινή παραφροσύνη του κόσμου
οι κραυγές της απελπισίας σου σκίζουν τα επινοημένα όρια
τώρα κοιμάσαι βαθιά στο μνήμα σου μα εξακολουθείς
να είσαι ασυμβίβαστο φως που μοιάζει με σκοτάδι
σαν εκείνες τις μπλε στιγμές πριν την αυγή
που δεν ξέρουν αν είναι μαύρο σκοτάδι
ή αν έχουν μέσα τους σπέρμα από φως.
Σε σκέφτομαι το ξημέρωμα σκυμμένο
στο λευκό χαρτί του τίποτα να γράφεις
με δάχτυλα σπασμένα την πλήξη σου
να ρουφάς με μανία το αναμμένο τσιγάρο
γεμίζοντας τα σωθικά σου νέφη καπνού
για μια τζούρα κάβλας για λίγο φως
γι΄ αυτό το γαμημένο τσακ του αναπτήρα
που ξυπνά μέσα σου απελευθέρωση.
Όλη σου η πνοή για ένα δαχτυλίδι καπνού
που παίρνει σχήμα από τα χείλη σου
για να διαλυθεί σαν φιλί σε θολή οπτασία
που εξανεμίζεται πριν προλάβεις να την αγγίξεις
και τότε σε πιάνει μανία, ρουφάς κι άλλο καπνό
πνίγεσαι όλο και πιο βαθιά για να βγάλεις και
άλλους κύκλους να γεννήσεις και άλλες ματαιότητες.
Τόσα αποτσίγαρα σβησμένα στο πάτωμα
τόσοι αυτόχειρες ποιητές στο χαρμάνι του θανάτου
Ω! Καταραμένε ποιητή μας απελευθερώνεις από κάθε εικασία
το μολύβι σου πυροβολεί την αληθινή παραφροσύνη του κόσμου
οι κραυγές της απελπισίας σου σκίζουν τα επινοημένα όρια
τώρα κοιμάσαι βαθιά στο μνήμα σου μα εξακολουθείς
να είσαι ασυμβίβαστο φως που μοιάζει με σκοτάδι
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021
Ασφυξία –Βίκυ Βανίδη
Σπίτι δουλειά
παιδιά σύζυγος
γυμναστήριο κομμωτήριο
διακοπές με φίλους
νύχια βαμμένα θαλασσί
λίγες μέρες με το σύζυγο
νύχια βαμμένα κόκκινα
λίγες στιγμές με τον εραστή
και τα Σαββατόβραδα διασκέδαση.
Γυναίκα της κοινής λογικής
ζώντας τις ψευδαισθήσεις σου
στα πρωινάδικα της αχρηστίας
νιώθεις ότι αποκτάς υπόσταση.
Στην μουχλιασμένη μυρωδιά
του κλουβιού σου
ασφυκτιούν ζωντανοί οι πόθοι σου
ανάμεσα σε ενοχές και τύψεις
το τίποτα που σε περιβάλει
βαφτίζεται ζωή του εφικτού και
καταμεσής των «πρέπει» σου
αργοσβήνεις από ασφυξία.
Κάποιοι σου είπαν ότι χρειάζεσαι
ένα θεό για να σε σώσει
κι η υποκρισία της Κυριακής
είναι μια κάποια λύση.
παιδιά σύζυγος
γυμναστήριο κομμωτήριο
διακοπές με φίλους
νύχια βαμμένα θαλασσί
λίγες μέρες με το σύζυγο
νύχια βαμμένα κόκκινα
λίγες στιγμές με τον εραστή
και τα Σαββατόβραδα διασκέδαση.
Γυναίκα της κοινής λογικής
ζώντας τις ψευδαισθήσεις σου
στα πρωινάδικα της αχρηστίας
νιώθεις ότι αποκτάς υπόσταση.
Στην μουχλιασμένη μυρωδιά
του κλουβιού σου
ασφυκτιούν ζωντανοί οι πόθοι σου
ανάμεσα σε ενοχές και τύψεις
το τίποτα που σε περιβάλει
βαφτίζεται ζωή του εφικτού και
καταμεσής των «πρέπει» σου
αργοσβήνεις από ασφυξία.
Κάποιοι σου είπαν ότι χρειάζεσαι
ένα θεό για να σε σώσει
κι η υποκρισία της Κυριακής
είναι μια κάποια λύση.
Σάββατο 26 Ιουνίου 2021
αγγίζοντας ξανά το θαύμα (ανώνυμοι -Τόλης Νικηφόρου εκδόσεις Μανδραγόρας, 2021)
Και κει που λες πλέον όλα έχουν γραφεί και έχουν διαβαστεί, σκάει μια ηλιόλουστη μέρα ένα μικρούλη βιβλίο με τον τίτλο « ανώνυμοι» και σου γνέφει ελκυστικά να το ανοίξεις και όλα τα γνωστά και οικεία βρίσκουν άλλο νόημα και όσα έχουν ειπωθεί, ξαναλέγονται με έναν άλλο καινούργιο τρόπο. Αυτή το μαγικό μολύβι που μεταμορφώνει το σκοτάδι σε φως το κρατάει χέρι αγαπημένου ποιητή και λατρεμένου φίλου.
Περιμένω κάθε χρόνο την καινούργια συλλογή του Τόλη Νικηφόρου και αυτή ποτέ δεν με απογοητεύει και στην ώρα της έρχεται και πάντα με εκπλήσσει ευχάριστα. Αυτό το ραντεβού τα τελευταία χρόνια τείνει να είναι το πιο ερωτικό μου.
Η βαθιά υπαρξιακή ποίηση του Τόλη αφήνει πάντα το σημάδι της, όχι σαν λαβωματιά που πρέπει να πολεμήσεις με δαίμονες ή να γλύψεις θεούς για να τη γιατρέψεις, αλλά σαν ένα μικρό τατουάζ στο σώμα που σου θυμίζει τη σωτήρια σου. Είναι σαν μια βόλτα στην πανσέληνο με ιστιοπλοϊκό, με ανοιγμένα τα πανιά και σβησμένες τις μηχανές, που ανώνυμοι ενώνονται σε μια μαγευτική εικόνα της φύσης και ο ένας από αυτούς έτσι απλά σηκώνεται και άρχισε να παίζει φλάουτο για να τους ενώσει και στην ομορφιά της τέχνης και είναι εκείνη τη στιγμή που αυτό το μικρό τατουάζ σε μορφή στίχου ξεχύνεται από μέσα σου για να σου προσδιορίσει τη μαγεία, για να δεις ότι δεν είναι ούτε υπερφυσική ούτε μεταφυσική, αλλά είναι η αλήθεια του κόσμου σου να αστράφτουν γύρω σου τα ταπεινά του κόσμουΟι ανώνυμοι μιλούν με μια γλώσσα απόλυτα αληθινή, οι λέξεις δεν στολίζονται για να γίνουν ελκυστικές κρατούν το αυθεντικό του χαρακτήρα τους και αυτό τις κάνει άκρως ερωτεύσιμες. Η ποίηση του Τόλη είναι γάργαρο ποτάμι που τρέχει και παρασύρει στην ροή του ότι νοσηρό και άχρηστο αφήνοντας πίσω του στο βάθος του την ουσία που μπορεί να σε θρέψει, να σε δυναμώσει έτσι ώστε να βρεις το κλαδί που θα σε βγάλει στο δάσος της πραγματικής γνώσης.
Οι ανώνυμοι ήρθαν σε μένα για να με κάνουν να δακρύσω που άγγιξα ξανά το θαύμα.
Τόλη μου ένα ευχαριστώ είναι λίγο, πολύ λίγο….
αγγίζοντας το θαύμα
η κάθε λέξη
ο κάθε στίχος
το ποίημα ολόκληρο
λάμπει ανεπαίσθητα
ακόμη και στη θλίψη του
όσο πιο βαθιά εισχωρείς
στον μυστικό του κόσμο
τόσο καλύτερα διακρίνεις
το μακρινό εκείνο φως
μέσα στο φως
αναπέμπεται η μουσική
και σε αφήνει εκστατικό
το ποίημα με την αλήθεια του
δακρύζεις τώρα
γιατί άγγισες το θαύμα
ουδέν καινόν
όλα έχουν γραφεί
έχουν λεχθεί
έχουν περιγραφεί με κάθε τρόπο
κι όλα είναι γνωστά και οικεία
εκτός απ’ το χαμόγελό σου
το κάθε τι εκθαμβωτικά δικό σου
που βέβαια δεν γνώριζαν
χιλιάδες χρόνια πριν οι αρχαίοι
και μαγεμένος
ανώνυμοι
είμαστε όλοι ανώνυμοι
άμμος που σκορπίζει ο χρόνος
στην έρημο του κόσμου
στιγμιαίες λάμψεις
φτερουγίσματα
προσωρινή απόδραση
από το τίποτα στην αυταπάτη
ζούμε τα δευτερόλεπτά μας
σ’ ένα περίπλοκο οικοδόμημα
επινοούμε θρησκείες και θεούς
μήπως και παρηγορηθούμε
για την αφόρητη αλήθεια του πεπρωμένου
είμαστε όλοι ανώνυμοι
εναλλασσόμενες σκιές της ύπαρξης
φαντάσματα σε θέατρο του παραλόγου
αγγίζοντας το θαύμα
η κάθε λέξη
ο κάθε στίχος
το ποίημα ολόκληρο
λάμπει ανεπαίσθητα
ακόμη και στη θλίψη του
όσο πιο βαθιά εισχωρείς
στον μυστικό του κόσμο
τόσο καλύτερα διακρίνεις
το μακρινό εκείνο φως
μέσα στο φως
αναπέμπεται η μουσική
και σε αφήνει εκστατικό
το ποίημα με την αλήθεια του
δακρύζεις τώρα
γιατί άγγισες το θαύμα
ουδέν καινόν
όλα έχουν γραφεί
έχουν λεχθεί
έχουν περιγραφεί με κάθε τρόπο
κι όλα είναι γνωστά και οικεία
εκτός απ’ το χαμόγελό σου
το κάθε τι εκθαμβωτικά δικό σου
που βέβαια δεν γνώριζαν
χιλιάδες χρόνια πριν οι αρχαίοι
και μαγεμένος
ανακαλύπτω εγώ κάθε στιγμή
δακρύζει η γνώση
είναι αδιέξοδη
δακρύζει η γνώση
είναι αδιέξοδη
είναι καταθλιπτική
κι όμως όλοι αγωνίζονται να την κατακτήσουν
όσο όμως πιο πολύ κανείς βυθίζεται
στον ωκεανό της γνώσης
τόσο πιο έντονα νοσταλγεί την αθωότητα
εκστατικά κοιτάζει τα παιδιά
που τόσο απλά, τόσο φυσιολογικά
απολαμβάνουν το ανεκτίμητο αγαθό
που εκείνος έχει στερηθεί για πάντα
κι όμως όλοι αγωνίζονται να την κατακτήσουν
όσο όμως πιο πολύ κανείς βυθίζεται
στον ωκεανό της γνώσης
τόσο πιο έντονα νοσταλγεί την αθωότητα
εκστατικά κοιτάζει τα παιδιά
που τόσο απλά, τόσο φυσιολογικά
απολαμβάνουν το ανεκτίμητο αγαθό
που εκείνος έχει στερηθεί για πάντα
η γνώση όλου του κόσμου
δακρύζει
μπροστά σ’ ένα παιδικό χαμόγελο
δακρύζει
μπροστά σ’ ένα παιδικό χαμόγελο
ανώνυμοι
είμαστε όλοι ανώνυμοι
άμμος που σκορπίζει ο χρόνος
στην έρημο του κόσμου
στιγμιαίες λάμψεις
φτερουγίσματα
προσωρινή απόδραση
από το τίποτα στην αυταπάτη
ζούμε τα δευτερόλεπτά μας
σ’ ένα περίπλοκο οικοδόμημα
επινοούμε θρησκείες και θεούς
μήπως και παρηγορηθούμε
για την αφόρητη αλήθεια του πεπρωμένου
είμαστε όλοι ανώνυμοι
εναλλασσόμενες σκιές της ύπαρξης
φαντάσματα σε θέατρο του παραλόγου
Δευτέρα 12 Απριλίου 2021
Κάπνισμα –Βίκυ Βανίδη
Ήταν πάντα χαμηλών πτήσεων·
τρόμαζε με τις περιπέτειες
του γλάρου Ιωνάθαν Λίβινγκστον.
Όταν του μιλούσαν για παρκούρ
σε ταράτσες μισογκρεμισμένων ονείρων,
στο πρόσωπό του φύτρωνε ένα ξερακιανό,
ετοιμοθάνατο δέντρο και ένα σπουργίτι
τρομαγμένο πετάριζε στα μάτια του.
Δεν έβλεπε τη ροή του γαλαζοπράσινου
δάσους· το βλέμμα του μονοπωλούσε
η ξηρασία της ερήμου.
Αυτός είναι μια λίμνη που στον βάλτο της
μπορεί να πνίξει μια ολόκληρη θάλασσα.
Κλεισμένος στο καβούκι του,
έγραφε συχνά για τη βρωμιά του κόσμου,
για την επανάσταση που βαριόταν να ξεκινήσει,
για τον αιώνιο έρωτα στη ζωή μιας πεταλούδας.
Έπλεκε ιστούς αράχνης με λόγια ποιητών,
με την ελπίδα μιας ξεμυαλισμένης ύπαρξης
που θα του έδινε τη μοναδική αρχή του ταξιδιού·
κι ας γνώριζε ότι εκείνο το μετέωρο βήμα
του πελαργού πάντα του όριζε το μονοπάτι.
Τελικά, έκοβε τον έρωτα και άρχιζε το κάπνισμα.
Αυτός είναι ένας από τους πολλούς που δεν αντέχουν
τις ανέγνωρες απογειώσεις του έρωτα
Πέμπτη 1 Απριλίου 2021
Γενιά του Κάιν ανέβα στον ουρανό και γκρεμοτσάκισε στη γη τον Θεό-Charles Pierre Baudelaire
Η Φωνή
Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
Δυό φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θά ’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μιάν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! Γλυκιά φωνή!»
Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! Να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»
Μετάφραση: Κώστας Γ. Καρυωτάκης.
Spleen
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.
μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης
Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη, μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε. Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
Δυό φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θά ’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μιάν όρεξη παρόμοια μεγάλη». Και η δεύτερη: «Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!» και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε ήρθε, που χαϊδεύει το αυτί κι όμως το τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! Γλυκιά φωνή!»
Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο! Να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου. Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου, βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και, θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου, σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια. Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά, καθώς οι προφήτες, την έρημο και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»
Μετάφραση: Κώστας Γ. Καρυωτάκης.
Spleen
Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί
μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός. Προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.
μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





