Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Αντίλαλος Γέλιου-Βίκυ Βανίδη

Μοναδική η επίμονα του χρόνου

πάνω σε αόρατα αποθέματα

κρυστάλλινων στιγμών.

Βαθιές ανάσες, ατέρμονες προσμονές,

πόθος που εισχωρεί 

στην αθόρυβη αναμονή του σώματος.

Και κει στο ξάφνιασμα της έκπληξης

ορθώθηκε ένας έρωτας.

Ο ψίθυρός του

γαλήνια ροή του δάσους 

άπλωνε ευδαιμονία μέσα μου.

Αισθαντικά κυλούσε η ζωή

σαν βροχή σε διψασμένο χώμα.

Άφριζες φως μέσα μου

ντυμένος με κείνη την ήρεμη ορμή

της πρώτης επίγνωσης

που στεγνώνει τους φόβους.

Θυμάμαι κάθε μικρή στιγμή μας

γνωρίζω τη γεύση της απουσίας σου,

πάλι ριγώ στο ηχόχρωμα της φωνής σου.

Βλέπω το όλο να ανασαίνει

μπροστά μου και συμμετέχω.


Ω! Τι απέραντη έκσταση

εκείνη η μοναδική στιγμή

που χωράει όλο το παρελθόν και το μέλλον.

Υπάρχω μόνο για να γίνομαι το γέλιο του


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Λευκό χαρτί - Βίκυ Βανίδη

Ακολουθώ τις σκιές μου

μέσα στη σκοτεινή κάμαρη,

εκεί που ουρλιάζει η σιωπή

κι οι λέξεις, σαν σπασμένα γυαλιά,

ανοίγουν πληγές στο λαιμό και στη γλώσσα

πριν γράψουν με αίμα το πάτωμα.



Ένα λευκό χαρτί μπροστά μου με κοιτάζει

με την ψυχρή αδιαφορία ενός ξένου.

Ζωγραφίζω πουλιά χωρίς φτερά·

τίποτα δεν πετάει εδώ! Λέξεις, στάχτες,

ποιήματα που ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν,

όλα καταλήγουν στο πάτωμα.



Κι εγώ, ένας αυτόχειρας που αναβάλλει το τέλος.

Ρουφάω την τελευταία τζούρα

σαν να είναι η στερνή πνοή ενός κόσμου

που με ξέχασε πριν καν με γνωρίσει.

Δαχτυλίδια καπνού βγαίνουν από το στόμα μου

σαν φιλιά που ψάχνουν αποδέκτη.



Κι όταν η οπτασία διαλύεται,

δεν μένει φιλί, ούτε καν η ανάμνησή του.

Μόνο μια πίκρα στη γλώσσα

και η βεβαιότητα πως το σκοτάδι

ήταν πάντα το μόνο μου αληθινό σπίτι.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Διαδικτυακοί έρωτες (αυτή η μάστιγα) -Βίκυ Βανίδη

 

Να μην έχει τίποτα
ούτε μια σπιθαμή ώμου
για να θάψεις τον πόνο σου
ούτε έναν πρόθυμο θώρακα
ν’ ακουμπήσεις τη χαρά της ζωής.
Να μην έχεις τίποτα σταθερό
παρά μονάχα τον άνεμο,
που γλιστρά και φεύγει
χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος,
χωρίς να ξέρεις αν υπήρξε ποτέ.
Κι όμως, τα πνευμόνια σου
είναι γεμάτα κι η καρδιά σου αναπνέει,
έστω χωρίς να νιώθεις τη στιγμή.
Να προχωράς τυφλός μέσα στο τίποτα
και να ελπίζεις σε ένα βλέμμα
βουλιάζοντας αμετάκλητα
μες στην ατέρμονη δυστυχία σου.