Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αντίστροφη αφιέρωση -Μάτση Χατζηλαζάρου



Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω το απόγεμα είπες τριάντα χρόνια σε περίμενα κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui» μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου το σώμα είναι χώμα διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο» θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε






θα' θελα μα πόσο θα' θελα ναι θα' θελα αμέσως τώρα τώρα

θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως

έμαθα στο Παρίσι



εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς

εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα

σ' ερωτεύω

σε ζηλεύω

σε γιασεμί

σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο

με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ

με κεντρίζεις μεταξένια άσπρο μου κουκούλι

με κοιτάζεις πολύ προσεκτικά

tu m' abysses

tu m' oasis

je te gougouch

je me tombeau bientôt

εσένα σ' έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti

σ' έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις

σ' έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα

εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς

σε μίσχος

σε φόρμιγξ

με φλοισβίζεις

σε ζαργάνα α μ' αρέσει

δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω

απ' τον άλλο όταν σταματήσουν η περίπτυξή τους είναι το μονό-

γραμμά σου

tu m' es Mallarmé Rimbaud Apollinaire

je te Wellingtonia

je t'ocarina

εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο

εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος

σ' έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε

εγώ σ' έχω άρωμα έρωτα

σ' έχω μαύρο λιοντάρι

σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό

εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω

εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello

εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-

λούλουδου

εσύ κένταυρου ζέση

εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία

je te ouf quelle chaleur

tu m' accèdes partout presque

je te glycine

εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει

εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν έτσι που το' χουμε αλαζονήσει

και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ

εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο έτσι δεν είναι πες

εσύ σελίδα μου

εσύ μολύβι μου ερμηνευτή μου

σε ανοίγω συρτάρια

πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές

σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα

δίχως τέλος λυπάμαι

σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου

σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε

σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια

σε ακούω από δω από κει

σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα

σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε

όλα δεν τα' χω πει

ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ



7.2.1985


Η Μάτση Χατζηλαζάρου θεωρείται από την κριτική ως η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια ποιήτρια. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 1987


Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Αντίδοτο Ανέμου -Βίκυ Βανίδη



                                                      Στον Τσαρλ Μπουκόφσκι και στις γάτες μου
Μια παλιά ανυπακοή
ξύπνησε μνήμες θολερές
τότε που βρέθηκα γυμνή
να περπατώ στη θύελλα
και πίστεψα πως θα σβηστώ
νικημένη από τους μαύρους
φόβους που με κυκλώνανε.

Τότε ήταν που ακούστηκε
εκείνος ο τρελός Ποιητής
να μου ψιθυρίζει σχεδόν ερωτικά
Γίνε φωτιά
τρέξε στα κύματα μαζί μου
σπάσε τους καθρέφτες τους
κάνε ειρήνη με τις σκιές σου
-Βρες αυτό που αγαπάς,
και άφησέ το να σε σκοτώσει-.
Χάνομαι όταν πεις
να ξέρεις πως ήρθε η ώρα
να αδράξεις την ηλιαχτίδα
που θα τρυπήσει τα σκοτάδια σου.

Άσε την ψυχή σου ανοιχτή
στην γενναιοδωρία της ποίησης
θυμήσου εκείνη την κραυγή
των εραστών που γυρεύουν
την άγρια θάλασσα στην κορύφωση
-θυμήσου ότι/ υπάρχει μια/ γάτα/
κάπου/ που προσαρμόζεται στο/
χώρο της/ με μια ήρεμη/
και απολαυστική/ άνεση-.
Σκέψου πως ακόμα
και σ' αυτό το σύμπαν
που βουλιάζει στη σιωπή
τα όνειρα εξακολουθούν
να γυρεύουν τρελούς.

Γίνε ποτάμι. Άκου!
Κάθε ξημέρωμα
κυλάει ένας άλλος
παράξενος κόσμος




Κυριακή 3 Μαΐου 2026

Αντίλαλος Γέλιου-Βίκυ Βανίδη

Μοναδική η επίμονα του χρόνου

πάνω σε αόρατα αποθέματα

κρυστάλλινων στιγμών.

Βαθιές ανάσες, ατέρμονες προσμονές,

πόθος που εισχωρεί 

στην αθόρυβη αναμονή του σώματος.

Και κει στο ξάφνιασμα της έκπληξης

ορθώθηκε ένας έρωτας.

Ο ψίθυρός του

γαλήνια ροή του δάσους 

άπλωνε ευδαιμονία μέσα μου.

Αισθαντικά κυλούσε η ζωή

σαν βροχή σε διψασμένο χώμα.

Άφριζες φως μέσα μου

ντυμένος με κείνη την ήρεμη ορμή

της πρώτης επίγνωσης

που στεγνώνει τους φόβους.

Θυμάμαι κάθε μικρή στιγμή μας

γνωρίζω τη γεύση της απουσίας σου,

πάλι ριγώ στο ηχόχρωμα της φωνής σου.

Βλέπω το όλο να ανασαίνει

μπροστά μου και συμμετέχω.


Ω! Τι απέραντη έκσταση

εκείνη η μοναδική στιγμή

που χωράει όλο το παρελθόν και το μέλλον.

Υπάρχω μόνο για να γίνομαι το γέλιο του


Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Λευκό χαρτί - Βίκυ Βανίδη

Ακολουθώ τις σκιές μου

μέσα στη σκοτεινή κάμαρη,

εκεί που ουρλιάζει η σιωπή

κι οι λέξεις, σαν σπασμένα γυαλιά,

ανοίγουν πληγές στο λαιμό και στη γλώσσα

πριν γράψουν με αίμα το πάτωμα.



Ένα λευκό χαρτί μπροστά μου με κοιτάζει

με την ψυχρή αδιαφορία ενός ξένου.

Ζωγραφίζω πουλιά χωρίς φτερά·

τίποτα δεν πετάει εδώ! Λέξεις, στάχτες,

ποιήματα που ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν,

όλα καταλήγουν στο πάτωμα.



Κι εγώ, ένας αυτόχειρας που αναβάλλει το τέλος.

Ρουφάω την τελευταία τζούρα

σαν να είναι η στερνή πνοή ενός κόσμου

που με ξέχασε πριν καν με γνωρίσει.

Δαχτυλίδια καπνού βγαίνουν από το στόμα μου

σαν φιλιά που ψάχνουν αποδέκτη.



Κι όταν η οπτασία διαλύεται,

δεν μένει φιλί, ούτε καν η ανάμνησή του.

Μόνο μια πίκρα στη γλώσσα

και η βεβαιότητα πως το σκοτάδι

ήταν πάντα το μόνο μου αληθινό σπίτι.



Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Διαδικτυακοί έρωτες (αυτή η μάστιγα) -Βίκυ Βανίδη

 

Να μην έχει τίποτα
ούτε μια σπιθαμή ώμου
για να θάψεις τον πόνο σου
ούτε έναν πρόθυμο θώρακα
ν’ ακουμπήσεις τη χαρά της ζωής.
Να μην έχεις τίποτα σταθερό
παρά μονάχα τον άνεμο,
που γλιστρά και φεύγει
χωρίς να αφήνει κανένα ίχνος,
χωρίς να ξέρεις αν υπήρξε ποτέ.
Κι όμως, τα πνευμόνια σου
είναι γεμάτα κι η καρδιά σου αναπνέει,
έστω χωρίς να νιώθεις τη στιγμή.
Να προχωράς τυφλός μέσα στο τίποτα
και να ελπίζεις σε ένα βλέμμα
βουλιάζοντας αμετάκλητα
μες στην ατέρμονη δυστυχία σου.



Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Στο μεγάλο ποτέ-Jacque Prevert


Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα

στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

θα σ᾽ αγαπώ



Αυτό του τραγουδούσε

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε

Θά θελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽ αυτή

και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή



Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

Ναι βέβαια

σου λέω πως σ᾽αγαπώ

σ᾽αγαπώ ως το θάνατο

σ᾽αγαπώ για να ζω

Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ

πως δεν θέλω να φύγω

να φύγω για να ξαναγυρίσω

πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ

και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ

το γέλιο-σου



Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς

λέει εκείνη

αλλιώς δεν αξίζει

Προσπάθησε να καταλάβεις

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία

σημασία έχεις να ξέρεις

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

Έχεις δίκιο

δεν έχει σημασία το να ξέρεις

σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις



Δεν έχουν σημασία όλα αυτά

θέλω να μ᾽ αγαπάς

και μόνο εμένα ν᾽ αγαπάς

μα θέλω να σ᾽ αγαπάν κι οι άλλες

κι εσύ να λες όχι σ᾽ αυτές

για χάρη-μου

Τρομερή η πλεονεξία-σου

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα

στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽ το παράθυρο

και νάτος μεσ᾽στο δρόμο

μόνος με τις βαλίτσες



Να τώρα είμ᾽ ολομόναχος σαν σκύλος

κάτω απ᾽ τη βροχή

έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει

είναι λυπηρό

δεν πέτυχε πολύ

τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει

χιονοθύελλα

και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ ονειρευτήκαμε

δραματικό



Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες

τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος

τα μπουκάλια με τα ποτά

και με τα χέρια στις τσέπες

σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας

χώνεται μέσα στην ομίχλη



Δεν υπάρχει ομίχλη

αλλά ο άντρας σκέφτεται

Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη

κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη

και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα

και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης

και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο

και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια

άλλη γέφυρα

και δεν ξέρει γιατί

Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου

πίσω από μια αφίσα …

μετ. Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Θεωρία, Αθήνα 1982




Η Πλάνη - Βίκυ Βανίδη


Να ταξιδεύει, πάντα αυτό ήταν το όνειρο του και το έκανε δουλειά για να το ζει κάθε μέρα. Ταξίδευε σε πόλεις, σε άλλους ορίζοντες και τοπία. Γνώριζε ανθρώπους με διαφορετικές νοοτροπίες και το καλύτερο, κάθε αυγή και δείλι είχαν τα δικά τους χρώματα. Με το φορτηγό του γύριζε σχεδόν όλη την Ευρώπη, ποτέ δεν θα άλλαζε την δουλειά του. Η μεγαλύτερη του φρίκη ήταν ν' αναγκαστεί να κάνει δουλειά γραφείου, απορούσε πως υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν πρωί για να πάνε να κλειστούν σε ένα γκρίζο γραφείο και πως αυτοί δεν πεθαίνουν το επόμενο λεπτό από ασφυξία.
Φωτογραφία του Σουηδού φωτογράφου, Erik Johansson.

Είχε μια εμμονή να παρατηρεί τους ανθρώπους ιδιαίτερα τους οδηγούς και επιβάτες από τα άλλα αυτοκίνητα που σταματούσαν δίπλα στο φορτηγό του στα φανάρια. Του άρεσε να πλάθει ιστορίες για τις ζωές τους ήταν σαν μια στιγμιαία ανάγνωση ενός πολύπλοκου βιβλίου που έβαζε στοίχημα πως θα το κατανοήσει, ένα στοίχημα χαμένο από χέρι αλλά στην τελική ήταν μια πολύ αγαπημένη του συνήθεια. Σήμερα περνούσε από τον παραλιακό δρόμο μιας Ελληνικής πόλης ήταν πρωί είχε πάρει καφέ και σε κάθε κόκκινο φανάρι απολάμβανε την θάλασσα αριστερά του που ήταν αγριεμένη και άκρως προκλητική και το βλέμμα του ταξίδευε στον ορίζοντα μέχρι που σε μια στάση ένα μικρό λεωφορειάκη πόλης ήρθε κι άραξε δεξιά του. Στο αριστερό τελευταία παράθυρο καθόταν μια γυναίκα με έντονα κόκκινα χείλη αμέσως του τράβηξε το βλέμμα. Πάντα τον γοήτευαν οι άνθρωποι που κάθονταν στις πίσω θέσεις του λεωφορείου, ίσως γιατί του θύμιζαν την αλητεία των μαθητικών του χρόνων ή ίσως γιατί αγαπούσε την επιλογή στην μοναχικότητα τους. Σε λίγο η γυναίκα κοιτώντας προς το μέρος του σούφρωσε τα υπέροχα κόκκινα χείλη της και σαν να του έστειλε ένα φιλί. Μπα μάλλον λάθος κάνει δεν είναι δυνατόν μα όχι ...να το πάλι του στέλνει ξεκάθαρα φιλί. Άναψε πράσινο, την πιο ακατάλληλη στιγμή, το λεωφορείο πήρε πορεία προς το κέντρο κι αυτός τώρα τι κάνει συνεχίζει στην δική του πορεία σαν να μην έγινε τίποτα; Μια μικρή κυκλοφοριακή αναστάτωση και το φορτηγό του άλλαξε πορεία . Στη στάση που κατέβηκε η γυναίκα με τα κόκκινα χείλη ακινητοποιήσε το φορτηγό του δημιουργώντας ένα μεγάλο κυκλοφοριακό χάος.
Της άρεσε να κάθεται στην τελευταία αριστερή θέση και κατά κάποιο τρόπο την είχε ιδιωτικοποίηση με την φράση, είναι η θέση μου. Πριν κλειστεί για οκτώ ώρες στο γραφείο της άφηνε το βλέμμα της να ταξιδεύει στο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας κι αν ήταν τυχερή κάποιες μέρες έβλεπε καράβια να πλέουν στον ορίζοντα. Συνήθως ξυπνούσε κεφάτη τραγουδώντας ρεμπέτικα στον καθρέφτη της, σήμερα ήταν ράθυμη σαν να βαριώταν τη ζωή της. Όταν ανέβηκε στο λεωφορείο χάρηκε που ήταν άδεια η θέση της το είχε σαν σημάδι για την ευκολία της μέρας της. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο τη θάλασσα και ταξίδευε. Στα δεύτερα φανάρια όμως ένα τεράστιο φορτηγό της έκρυψε τη θέα και κείνη τη στιγμή τσουπ εμφανίζεται στο παράθυρο ένα τεράστιο κουνούπι . Βρε τι θέλεις εσύ εδώ χειμωνιάτικα; Φύγε γρήγορα μην σε δουν θα σε σκοτώσουν. Το κουνούπι ζουζούνιζε πάνω στο παράθυρο κι αυτήν το φυσούσε απαλά για να φύγει. Έφτασε στη στάση της αλλά τελικά δεν κατάφερε να απομακρύνει το κουνούπι κι έτσι το άφησε στην τύχη του. Κατέβηκε για να πάρει το δρόμο της καθημερινής ρουτίνας της μέσα σε ένα κουμφούζιο που δημιουργούσε ένα σταματημένο φορτηγό, κόρνες φασαρία κι ένας άντρας να τρέχει να πίσω της για να την προλάβει...
-Δεν πειράζει πάντα άξιζει να προσπαθείς για τον έρωτα! Αυτό το έμαθε με τρόπο τραγικό όταν άκουσε τους φίλους και συγγενείς και άφησε την Τάνια, τον μεγάλο του έρωτα, να φύγει από τη ζωή του γιατί ήταν Ρωσίδα κι όπως όλοι έλεγαν άρα πουτάνα. Αυτό πάντα θα τον πλήγωνε...
-Την τελευταία φορά που την κυνήγησε ένας άντρας ήταν ο σερβιτόρος γιατί είχε φύγει ,από αφηρημάδα, χωρίς να πληρώσει. Το χαμόγελο της αυταρέσκειας της ξαφνικά έσβησε ίσως μόλις τώρα από υπερβολική αίσθηση ανωτερότητα να έχασε έναν μεγάλο έρωτα...