τρόμαζε με τις περιπέτειες
του γλάρου Ιωνάθαν Λίβινγκστον.
Όταν του μιλούσαν για παρκούρ
σε ταράτσες μισογκρεμισμένων ονείρων,
στο πρόσωπό του φύτρωνε ένα ξερακιανό,
ετοιμοθάνατο δέντρο και ένα σπουργίτι
τρομαγμένο πετάριζε στα μάτια του.
Δεν έβλεπε τη ροή του γαλαζοπράσινου
δάσους· το βλέμμα του μονοπωλούσε
η ξηρασία της ερήμου.
Αυτός είναι μια λίμνη που στον βάλτο της
μπορεί να πνίξει μια ολόκληρη θάλασσα.
Κλεισμένος στο καβούκι του,
έγραφε συχνά για τη βρωμιά του κόσμου,
για την επανάσταση που βαριόταν να ξεκινήσει,
για τον αιώνιο έρωτα στη ζωή μιας πεταλούδας.
Έπλεκε ιστούς αράχνης με λόγια ποιητών,
με την ελπίδα μιας ξεμυαλισμένης ύπαρξης
που θα του έδινε τη μοναδική αρχή του ταξιδιού·
κι ας γνώριζε ότι εκείνο το μετέωρο βήμα
του πελαργού πάντα του όριζε το μονοπάτι.
Τελικά, έκοβε τον έρωτα και άρχιζε το κάπνισμα.
Αυτός είναι ένας από τους πολλούς που δεν αντέχουν
τις ανέγνωρες απογειώσεις του έρωτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου