Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙ΄ΑΓΡΙΟΥΣ – ΔΙΗΓΗΜΑ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΑΝΝΗΣ

 


Αυτή η φανταστική –πραγματική ιστορία ξεκινάει με την νεανική ορμή μας, τη νεανική μας αγαθή θέαση του κόσμου. Αλήθεια με τι μπορεί να συγκριθεί εκείνη η νεανική έξαψη που με ένα χαρτί στο χέρι, ένα χαρτί που πραγματικά σηματοδοτούσε το κλειδί για την  κατάκτηση του ονείρου, προσπαθεί να βρει ευήκοα ώτα που  έστω θα  ακούσουν αν όχι να καταλάβουν  αυτό το πλέγμα προτάσεων και αναζητήσεων που το απόλυτο μεράκι μας εξάγει και συντηρεί;  Σε αυτή την ορμή λοιπόν το σύστημα βάζει ένα στοπ, ένα στοπ απολυταρχικό και τις περισσότερες φορές ανόητο. Ο χώρος του θεάματος και του πολιτισμού είναι μια λαμπρή επαγγελματική διέξοδο ίσως η μόνη διέξοδο που μπορεί να μη  σε τελματώσει σε μια  ρουτινιάρα καθημερινότητα. Το βιβλίο θα μπορούσε  να είναι αυτοβιογραφικό αν, λέω αν, συνέβαιναν αυτά που περιγράφει στο χώρο του θεάματος στην Ελλάδα, αλλά όπως όλοι ξέρουμε αυτή η βιομηχανία έχει κρατήσει όλη την πρωτόλεια μαγεία της τέχνης και δεν την έχει θυσιάσει στο βωμό της καπιταλιστικής άποψης και οπτικής «το χρήμα πάνω απ΄όλα». Ο αγαπημένος μου Νικόλας λοιπόν γράφει με μια γλώσσα ζώσα και αληθινή  μια φανταστική ιστορία για κάτι άγριους (πολιτισμένους)  που όταν αυτές αποκαλύπτονται, όπως καλή ώρα τώρα, μας αφήνουν με ανοιχτό το στόμα να αναρωτιόμαστε μα πως είναι δυνατόν! Γίνονται τέτοια πράγματα...

Η εργασιακή γαλέρα σε μια βιομηχανία που παράγει υποκουλτούρα ή αν θέλετε που μαζικοποιεί κουλτούρα για να ελέγχει ολόκληρη την κοινωνία, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική από κάθε άλλη εργασιακή γαλέρα της παραγωγικής βιομηχανίας έτσι και αλλιώς στον καπιταλισμό όλα ως προϊόντα προς κατανάλωση εκτιμούνται, οπότε  η αξία και η υπεραξία του καλλιτεχνικού προϊόντος δεν διαφέρει σε τίποτα,  καθότι μόνο η φτηνή παραγωγή και η υπερκατανάλωση αποφέρει τα κέρδη. Βέβαια όπως κάθε τόσο επισημαίνει ο συγγραφέας  όλα αυτά είναι αποκύημα  της φαντασίας του και όχι μια πραγματικότητα που συμβαίνει στον αγγελικά πλασμένο  χώρο της τέχνης και ιδιαίτερα της μουσικής.

Δεν ξέρω αν πιστέψατε με όλα τα παραπάνω ότι το βιβλίο διακατέχεται από ένα πεσιμισμό και μια μιζέρια με διαρκή γκρίνια "και τώρα τι να κάνουμε αφού έτσι είναι τα πράγματα" όχι η γραφή του Ζαννή  αποκαλύπτει την τέχνη με όλο της το πραγματικό μεγαλείο.  Την τέχνη  που από τη φύση της είναι αναρχοαυτόνομη και βρίσκει διεξόδους ακόμη και στα στενά αυτά πλαίσια να δημιουργεί σύμφωνα με το χαρακτήρα της. Στον αγγελικά πλασμένο χώρο της μουσικής και της τέχνης γενικότερα υπάρχουν άνθρωποι της τεχνικής που το  σύστημα  τους  εκπαιδεύει στο να γίνονται ηλίθιοι αλλά υπάρχουν και απαίδευτοι άνθρωποι της τέχνης που το μυαλό τους είναι φωτιά και αρκεί μια σπίθα για να ανάψουν τον κόσμο.

Αυτές τις φανταστικές ιστορίες δρόμου που διαβάζονται ναι μεν εύκολα αλλά ειλικρινά δεν καταπίνονται εύκολα, προτείνω να τις διαβάσετε όσοι μπορείτε να  μασάτε αργά  

Εβίβες πάντα!  Αγάπη μόνο 



Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

μικροί έρωτες –Βίκυ Βανίδη

                          στον μπασίστα 

Ας υποθέσουμε ότι σκέφτομαι

ένα βράδυ στο Gallery

και ξεκλειδώνει η στιγμή

από το κελί της μνήμης

πως γράφω την αίσθηση

Και πες πως επινοώ λέξεις

για το πρώτο σου βλέμμα

το αμυδρό σου χαμόγελο

πες πως περιγράφω

το κέφι , τη ζωντάνια

τις μουσικές σου

πες ότι κλείνω τη μαγεία

σε ένα sms

όταν ανοίξεις το μήνυμα

θα νιώσεις εκείνο το βράδυ

πόσο μα πόσο πολύ σ΄ ερωτεύτηκα


«Οι εραστές» του Rene Magritte, 1928


Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2020

50 χαϊκού για την καραντίνα -Χάρης Μελιτάς

 


1-

Έχω σαλτάρει.
Σκέφτομαι ποιήματα
γράφω ταξίδια.

-2-

Υποπτεύομαι
πως με κατασκοπεύει
μια νεκρή φύση.

-3-

Ούτως εχόντων
κρατάω αποστάσεις
απ’ τους καθρέφτες.

-8-

Όσο βραδιάζει
οι τοίχοι πλησιάζουν
επικίνδυνα.

-9-

Τι να διαβάσω;
τα βιβλία μου ζουν
σε άλλο κόσμο.

-10-

Φορώντας μάσκα
βουλιάζω μες στη νύχτα.
Βυθός ονείρων.

-13-

Έχει ξεφύγει
ο άλλος εαυτός μου.
Δεν μιλιόμαστε.

-14-

Λάθος το λήμμα
ανοσία αγέλης.
Ανο-η-σία.

-15-

Φιγούρες
χορεύουν στη βεράντα.
Θέατρο σκ-ιών.


-17-

Δεν έχω μάτια
παρά για το ματάκι
της εξώπορτας.

-18-

Μ’ έχει μαγέψει
μια Κίρκη στο ντιβάνι.
Του Μοντιλιάνι.

-19-

Τέρμα τα μέτρα.
Αλλάζω χειραψίες
με τα πόμολα.

-22-

Φυλακισμένος
ψάχνω ένα φιλί σου
να ξεκλειδώσω.

-23-

Πριν πέσω, μπαίνω
στη φωτογραφία σου.
Βγάζει στον κήπο.

-27-

Άλλη μια μέρα
που πρέπει να κατέβω
απ’ το κρεβάτι.

-28-

Εγκλωβισμένος
δεν ελπίζω τίποτα.
Γι’ αυτό φοβάμαι.

-31-

Βρήκα μια λέξη
νεκρή στο λεξικό μου.
Αλληλεγγύη.

-36-

Σήμερα πάλι
θα σκοτώσω μια μέρα.
Πόσες μου μένουν;

-37-

Σπρώχνω τις νύχτες
να στείβω την ελπίδα
στην παράταση.

-40-

Βάψτε τα πιόνια
στο κίτρινο του τρόμου.
Τα χρόνια μαύρα.

-41-

Ανοίχτε δρόμο
να περάσουν οι νεκροί.
Θα μας πατήσουν.

-46-

Πώς θα περάσω
τα διόδια του χολ
χωρίς έγγραφα;

-47-

Λέω να παίξω
πόκερ με τα μάλλινα.
Θα τα μαδήσω.

-48-

Έμεινα σπίτι
να βρω τον εαυτό μου.
Με αγνόησε.

-49-

Ήρθε το ψέμα
και μου ’πε την αλήθεια.
Είμαστε μόνοι.

-50-

Άγνωστο πλέον
τι θα επικρατήσει.
Πλήξη ή θλίψη;

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2020

Λέξεις χιονονιφάδες –Βίκυ Βανίδη

Εγώ δεν είμαι ποιήτρια

δε λατρεύω τις λέξεις

δε χαϊδεύω τα ρήματα

τα άρθρα μου ατίθασα

δεν υπακούν στους κανόνες

και η στίξη χάσκει ανάποδα.

Εγώ δεν είμαι ποιήτρια

δε βάζω τελεία στις ατέλειες

ούτε τολμώ να αγγίξω την παύλα,

ριγώ μπροστά στην αυτονομία της.

γνωρίζω καλά ότι ποτέ 
δεν πλαγιάζει όταν γράφει τέλος

αλλά ορθώνεται απροσπέλαστη.

Εμένα μ΄ αρέσει να κυκλώνω

τον άνεμο

να πετώ δίχως ορίζοντα

να καρφώνω το βλέμμα μου

στην ομορφιά του αόρατου

να ερωτεύομαι ένα σύννεφο

να μαθαίνω πάλι απ΄ την αρχή

τι πάει να πει αλληλεγγύη

Εμένα μ αρέσει να αγαπώ

και να ζω χωρίς αύριο.



Εγώ δεν είμαι ποιήτρια

δεν καρφώνω τις λέξεις σαν πρόκες

τις ρίχνω άναρχα στην επιφάνεια

έτσι που το πρώτο γλυκό αεράκι

να τις παίρνει μαζί του στο άγνωστο

να στροβιλίζουν σαν χιονονιφάδες

πριν τις ρουφήξει η χοάνη του χάους

Εγώ δεν είμαι ποιήτρια

είμαι μια μεθυσμένη ακροβάτης

που ισορροπεί στη χώρα του τίποτα



Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2020

Η Πόλη των κρυμμένων θησαυρών

ΣΙΑΤΙΣΤΑ 

Στη ρωγμή του χρόνου και στην αγκαλιά μια ιδιόμορφης φύσης σε περιμένει η Σιάτιστα

Κάτω μέσα στους σιταγρούς γλιστράει ο Αλιάκμονας . Δίπλα το μνημείο του Φαρδύκαμπου, αδιάψευστος μάρτυρας της αντίστασης των κατοίκων στον Ιταλικό ζυγό. Όσο ανηφορίζεις, αμπέλια σκαρφαλωμένα σε γυμνές πλαγιές , άλογα που βόσκουν αμέριμνα και ξαφνικά στο βάθος τ’ ουρανού κοκκινίζουν οι στέγες . Στο δίπτυχο αγριάδας και ομορφιάς ξεπροβάλει η Σιάτιστα , μια πόλη που μετράει ήδη έξι αιώνες ζωής. Ανάμεσα στα δύο καμπαναριά ξεδιπλώνονται οι δύο της οικισμοί , Χώρα και Γεράνεια, που φανερώνουν την ιστορία και το πολιτισμό της.

H κορυφαία οικονομική, αρχιτεκτονική και πολιτισμική της περίοδος, ο «χρυσός αιώνας» της Σιάτιστας συμπίπτει κυρίως με τον 18ο αιώνα, μάρτυρες τα περίτεχνα και επιβλητικά σε μέγεθος αρχοντικά, με τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο, που αντανακλούν τις επιρροές των χωρών που οι κτήτορές τους ταξίδεψαν με την ανάπτυξη του διαμετακομιστικού εμπορίου με πόλεις της Ιταλίας ,της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Το άρωμα μια άλλης εποχής που διατηρείται ανέπαφο στα παλιά καλντερίμια της, οι πλούσιες σε τοιχογραφίες εκκλησίες της , τα μουσεία , τα κρασιά και τα ξακουστά σε τέχνη γουναρικά της, τα πλούσια έθιμα και οι συχνές γιορτές και εκδηλώσεις , όλα αυτά μαζί με μια φύση σπάνιας ομορφιάς στο Βούρινο με την κοιλάδα του «Μεσιού Νερού» (Natura 2000) και τη βρύση του έρωτα, που τα δάκρυα της νεράιδας μετέτρεψαν τις σταγόνες του νερού σε βέλη του έρωτα, περιμένουν να τα ανακαλύψετε.

Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο Δήμο Βοϊου 



Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Φαντάσματα - Τόλης Νικηφόρου


ευγενικέ αναγνώστη πρόσεχε ...

Τα φαντάσματα δεν είναι πάντα χαρούμενα και ευγενικά ενίοτε γίνονται σκληρά και αιμοβόρα σαν τις ανοιχτές πληγές που επιζητούν επούλωση. 

ευγενικέ αναγνώστη πρόσεχε
όπως σ’ ερειπωμένους πύργους
χαμένους μέσα στην ομίχλη
ανάμεσα σ’ αυτούς τους στίχους
κυκλοφορούν φαντάσματα
που σέρνουν πίσω τους βαριά
τις αλυσίδες του ανεκπλήρωτου

φαντάσματα της νιότης και του έρωτα
ιδανικών και ονείρων
μιας κάποιας φευγαλέας ευτυχίας

κι ακόμα πρόσεχε γιατί δεν ξέρεις
αν το χαμόγελό τους είναι δάκρυ
κι όταν απλώνουν χέρια αόρατα
πόσο σφιχτά θα σ’ αγκαλιάσουν

φαντάσματα ποιήματα με λέξεις μυστικές
περιπλανιούνται μες στο φως
σε γειτονιές παλιές λησμονημένες
αναζητώντας όσα αγάπησαν
και ίσως κάποτε αλώσουν την ψυχή σου

Το πρώτο ποίημα "φαντάσματα", από την ομώνυμη ποιητική συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  εκδόσεις «Μανδραγόρας» 2020, απευθύνεται στον αναγνώστη  και τον προειδοποιεί. Ο Ποιητής  ξέρει και συνειδητά επιλέγει να εξομολογηθεί  στους αναγνώστες του,  γνωρίζει καλά  ότι οι ρόλοι του εξομολογούμενου και του εξομολόγου  μπερδεύονται και αλλάζουν  όταν αναμειγνύονται οι μνήμες και ταυτίζονται τα τραύματα.  Διαβάζοντας τη  συλλογή νιώθεις την ανάγκη του  Ποιητή  για ανακαθορισμό και επανατοποθέτηση  στην αλήθεια του, αυτή του η ανάγκη δημιουργεί ένα κανάλι ουσιαστικής επικοινωνίας με τον αναγνώστη που τον οδηγεί στο πιο μύχιο και έσχατο σημείο του εκεί που δεν λειτουργούν οι λέξεις αλλά το συνδετικό "είναι".     
Σε αυτή την συλλογή ο Τόλης αδειάζει στο χαρτί με τρόπο απλό κατανοητό απόλυτα ποιητικό όλα του τα φαντάσματα, απλώνει τα χέρια του στον πιο γαλάζιο ουρανό της μνήμης για να ενώσει και να ενωθεί με  τα φαντάσματα του κάθε αναγνώστη. 

επανόρθωση 

δεν ξέρω σε κάτι ελάχιστο
αν ωφελεί ο λυγμός
η αυταπάτη
και η επίκληση στο ανύπαρκτο

δεν ξέρω καν τι γυρεύω εδώ
τι ψάχνω τόσα χρόνια μέσα στο σκοτάδι
για να εισπράξω τραύματα και διαψεύσεις
και αν δεν θα ’ταν προτιμότερο
να μην είχα γεννηθεί ποτέ

έτσι κι αλλιώς
ήρθα στον κόσμο ανεπιθύμητος
και το αρχικό αυτό λάθος
ακολούθησαν άλλα πολλά
λάθη δικά μου αποκλειστικά

έστω λοιπόν και με μεγάλη καθυστέρηση
μια επανόρθωση επιβάλλεται
επίκειται κάτι σωστό επιτέλους
που θα διαγράψει οριστικά
όλα τα προηγούμενα λάθη

Φως

χωρίς να ξέρω
από πού έρχομαι και πού πηγαίνω
χωρίς να ξέρω καν ποιος είμαι
βαδίζω μέσα σε πυκνή ομίχλη
μόνος και άστεγος
κάτω από ερείπια τ΄ουρανού
κι απορημένος ψιθυρίζω λέξεις
για ν’ ακούω τη φωνή μου
να συνοδεύει τον ήχο της βροχής
και το δυσοίωνο σφύριγμα του ανέμου

μέσα σ' αυτό το αδιέξοδο
νιώθω μια λέξη μέσα μου να επιμένει
ν΄ αστράφτει και να διαλύει την ομίχλη
μια λέξη οριστική και μονοσύλλαβη
να σβήνει κάθε πόνο

η λέξη απ' την αρχή του χρόνου
που όλα τα εκφράζει κι όλα τα σημαίνει
και δίνει απάντηση σε κάθε ερώτημα


η σκληρή εντολή

να γνωρίζεις την ισόβια εντολή
να γνωρίζεις τον προορισμό σου
να κοιτάζεις κατάματα το θηρίο
και να γράφεις στο κελί σου ποιήματα

να ξέρεις ότι όλα είναι μάταια
να καταθέτεις γυμνή την ψυχή σου
να προφέρεις ηδονικά τις λέξεις
και να επιδιώκεις μια ανέφικτη τελειότητα

όχι για αραχνιασμένα ράφια βιβλιοπωλείων
όχι για τον έπαινο και την ιστορία
να γράφεις για σένα
γι’ αυτό που είσαι και που δεν αλλάζει
ίσως έτσι ν’ αγγίζεις και τ’ αδέρφια σου

τα τραύματα που ματώνουν και πονάνε
είναι η δωρεά σου
να είσαι ευγνώμων
και να γράφεις στο κελί σου ποιήματα

Αυτός είναι ο Τόλης που γνωρίζω και αγαπώ κοιτάει κατάματα το θηρίο και γράφει συνειδητοποιημένα στο κελί του, τα ποιήματα του όμως δεν αντέχουν περιορισμούς σπάνε τα δεσμά και ταξιδεύουν σε άλλα  κελιά  για να ακουμπήσουν με τις ιαματικές τους ικανότητες και άλλες πληγές, για να συντροφεύσουν μοναξιές γιατί όπως λέει ο ποιητής : ένα μελωδικό πουλί /είναι τα ποιήματά μου/που φτερουγίζει κάποτε παρήγορα/νύχτα στην ερημιά
Ένα μελωδικό πουλί που τραγουδεί τον πόνο και τη χαρά της ζωής ,τον αγώνα για το δίκαιο , τον έρωτα και την αγάπη.  

αινίγματα του χρόνου

πότε και πού και πώς
το καλοκαίρι είναι μια αιωνιότητα;

μα όταν είσαι ερωτευμένος
στα δεκαοχτώ σου χρόνια
σ’ ένα καφενεδάκι πλάι στη θάλασσα

γιατί βεβαίως ο έρωτας είναι για πάντα
και η εφηβεία ατέλειωτη
όπως ο ήλιος στη χρυσή αμμουδιά

κι εκεί όλοι βρισκόμαστε από τότε



Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Στη μοναξιά του κόσμου -Βίκυ Βανίδη

Σα φύλο αποκομμένο
από τη φύση του
διαβαίνω τον κόσμο τούτο.
Μ’ αρρωσταίνει
η γκρίζα βοή της πόλης
οι παγωμένοι περίπατοι
στα θλιβερά πεζοδρόμια
τ΄ αηδόνι που τραγουδεί
μόνο του στο κλουβί
κι αυτό το σκυλί που αλυχτάει 
ολημερίς στο έρμο του μπαλκόνι


Όλες οι μοναξιές του κόσμου 
σαν το μελίσσι
με κεντρίζουν μες στο πλήθος
κι όλο φεύγω καρδιαλγής
κουβαλώντας τη συνενοχή 
της ηθελημένης μας ήττας


"-Κινούμαστε σαν μαριονέτες
στη μοναξιά του κόσμου τούτου-"
ουρλιάζω σαν πληγωμένη λέαινα.
Μια φωτογραφία ξέμπαρκη
με φορεσιά ανθρώπου
στέκει ακίνητη στη σιφονιέρα
το ρολόι δίπλα 
μετράει χρόνο νεκρό για
να μου θυμίζει τη βεβαιότητα
ότι, μια μέρα θα γίνω
φωτογραφία σε κάποιο έπιπλο.