Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

"22 αντινικότ" - Κωνσταντίνος Μπαμπίλας

Τόσος έρωτας αξόδευτος
κι εμείς
φάγαμε μόνο
την σιρμαγιά του



Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "22 αντινικότ" από Βίκυ Βανίδη




Έξι χρόνια μετά τη Ρυτίδα ο ποιητής επανέρχεται με μια ποιητική συλλογή που ρυτιδώνει και χάνεται με τριγμούς ανάμεσα στο μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη, όπως ακριβώς ένα αναμμένο τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα του καπνιστή. 50 ποιήματα αντινικότ αλλά και πιο βαριά χαρμάνια μας προκαλούν, να τα καπνίσουμε μέχρι την κόκκινη τελεία της καύτρας, να ανάψουμε τις λέξεις τους, να ντουμανιάσουμε ιστορίες, να πνιγούμε από την κάπνα των συναισθημάτων μας , να ξεχαρμανιάσουμε στις επιστροφές μας και δεν χρειάζεται καν αναπτήρας, αρκεί μια απειροελάχιστη σπίθα απ΄ την τριβή της μνήμης μας με τους στίχους και οι καπνοί από τα τσιγάρα της ζωής μας μπλέκονται σε αυτή τη μαγική στιγμή που δύο ψυχές (Αναγνώστη –Ποιητή) εναρμονίζονται στο ίδιο συναίσθημα και ας είναι από διαφορετική οπτική ή ακόμη και από διαφορετική κατεύθυνση. Γιατί η ποίηση δεν μπορεί να είναι μόνο αυτοαναφορική αλλά πρέπει και να απευθύνεται, να υπάρχει ένας μυστικός διάλογος με τον αναγνώστη. Η ποίηση, όπως και όλες οι τέχνες, λειτουργεί στο δίπολο πομπός –δέκτης, ο ποιητής είναι ο πομπός και η βαρύτητα και η ευθύνη του ποιήματος μετατίθεται στους δέκτες του.

Υπάρχει μια αφανή τελετουργία στιγμών πριν ένα ποίημα φτάσει στον αναγνώστη του και μιας που ο τίτλος της ποιητικής συλλογής μας παραπέμπει σε σιγαρέτα ας φανταστούμε ότι το ποίημα είναι το τσιγάρο που μας έστριψε ο Ποιητής. Άπλωσε το λευκό χαρτί στο τραπέζι, ετοίμασε το χαρμάνι ανακατεύοντας τα βίωμα του, τον τρόπο που ζει το προσωπικό του δράμα, την καθημερινότητα του με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Τοποθέτησε το φίλτρο της έμπνευσης με ότι οδυνηρό, σκοτεινό αλλά και ότι ηδονικό αμφίθυμος επιζητεί και ελπίζει να συμβεί, τύλιξε δίνοντας σχήμα και ουσιαστικά συνέδεσε με λέξεις τις ψυχικές του διακυμάνσεις. Αυτό το τσιγάρο μπορεί να το ανάψει οποιοσδήποτε όταν και αν το έχει ανάγκη. Ο Μέσκος λέει ότι :«Πλην των ταλαντούχων δημιουργών υπάρχουν και οι ταλαντούχοι δύσκολοι αναγνώστες . Που κινητοποιούν το κείμενο βοηθώντας και τον δικό τους κόσμο. Υπάρχει λοιπόν μια περίτεχνη σχέση ανάμεσα στην Ποίηση και τον εραστή αναγνώστη. Σχέση διαρκούς αναφοράς εκατέρωθεν, ιερή, πολλαπλή. Αν είναι επιπόλαιη δεν μετράει.» Με αυτόν λοιπόν το ρόλο ήρθα και γω εδώ απόψε να σας μιλήσω για την ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Μπαμπίλα, με το ρόλο του εραστή αναγνώστη και θα προσπαθήσω τη λεκτική σχηματοποίηση των συναισθημάτων που μου δημιουργήθηκαν από το νοητό διάλογο με τον ποιητή

Είναι αλήθεια ότι μου αρέσει να γνωρίζω νέες ποιητικές συλλογές, να τις γνωρίζω τυχαία ή ακόμη και με αφορμή . Να έρχονται έτσι ξαφνικά ή με προειδοποίηση. Να με συντροφεύουν απλά, όχι για να μου αλλάξουν τη ζωή, αλλά γι’ αυτά τα αντικλείδια που κουβαλούν και κάποια ξεκλειδώνουν τις κλειστές πόρτες του μυαλού μου , για τους στίχους που μπορώ να επικαλούμαι όταν η πραγματικότητα μου με πιέζει αφόρητα, για τον ήχο της σιωπής που μπορώ να ακούω εκεί που γεννιούνται οι λέξεις. Έτσι και ετούτη η ποιητική συλλογή, που μου την έδωσε ο Δάσκαλος μου στο Θεατρικό εργαστήρι, ήρθε και απαίτησε να καταχραστώ όλα της τα δικαιώματα. Την πήρα στα χέρια μου και ένιωσα αυτή την ανυπομονησία της ερωτευμένης. Ήθελα να βρεθώ σύντομα μόνη μαζί της, να την ανοίξω να χωθώ μέσα της να χυθεί μέσα μου. Να τη νιώσω όσο μπορεί να με νιώσει. Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι παρ΄όλη την αρχική μου εντύπωση δεν μου χαρίστηκε εύκολα ίσα –ίσα το αντίθετο μου αντιστάθηκε σθεναρά. Δεν είναι εύκολη η κατάκτηση της ή για να ακριβολογούμε εγώ δεν ξέρω ακόμη αν ένιωσα την ικανοποίηση του κατακτητή. Ίσως όμως αυτό την κάνει αυθεντική γιατί στην ποίηση κυρίαρχο είναι πάντα το αν, ποτέ η εκπλήρωσή του.

Μπορεί να θεωρηθεί αδόκιμο αυτό που θα πω, αν και η ποίηση μας δίνει αυτή τη δυνατότητα αυθαιρεσίας, πιστεύω ότι σ’ αυτή την ποιητική συλλογή καλύτερα να διαβαστεί πρώτο το τελευταίο ποίημα «ωδή στα σιγαρέτα» που ουσιαστικά κλείνει την πόρτα της ανάγνωσης ταυτόχρονα όμως μπορεί να είναι το κλειδί που ανοίγει τις ενδιάμεσες πόρτες στις 6 νοητικές ενότητες που στοιχειοθετούνται από τις 6 ποιητικές, εξαίσιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Βαγγέλη Σφακιανάκη, οι οποίες συλλαμβάνουν το ασύλληπτο και λειτουργούν ως «προσεχώς» γι΄αυτό που θα ακολουθήσει.

Σκιές του χτες οι αναμνήσεις, οι χαρές, οι ηδονές και η θλίψη στοιβαγμένη στις απώλειες του χρόνου, μας θυμίζει πως όλα περνούν και περνούν γρηγορότερα απ’ ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε. Απαισιοδοξία ή επίγνωση; Το ένα τσιγάρο διαδέχεται το άλλο το ίδιο νοσταλγικά από τη διαδοχή της μιας χρονικής στιγμής από την άλλη. Ανυπεράσπιστοι στην άγνοια ξεκινάμε όλοι μας στο μονοπάτι της ζωής για να χαθούμε στο κενό του άδειου χρόνου στρίβοντας όνειρα, ελπίδες , φαντασίες, πραγματικότητες , έρωτες, πόθους, πάθη, απορρίψεις μέχρι που οι απώλειες να μας ωριμάσουν αδίστακτα και τετελεσμένα . Η νοσταλγία που είναι γλαφυρά αποτυπωμένη στην εικόνα του εξώφυλλου είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή όμως ο ποιητής καταφέρνει να την ορθώσει πέρα από τη μεμψίμοιρη αναπόληση της χαμένης νιότης σε μια θαρραλέα προσαρμογή στο τίποτα που οδεύουμε. Στον διακειμενικό διάλογο του ποιητή με γραφές από τα άγια πάθη που αναπτύσσεται αριστοτεχνικά στο ποίημα «ΕΡΗΜΟΣ» ο αίρων προειδοποιεί το σύμπαν της ασημαντότητας για την τελεία του πάντα. Επίγνωση λοιπόν και όχι απαισιοδοξία, επίγνωση ότι όλα είναι εδώ και είναι φθαρτά και μόνο η αγάπη μπορεί να άρει την ματαιότητα.

Οι αισθήσεις ξυπνούν το ξεχασμένο παιχνίδι «φοβάμαι φοβίζοντας» που μέσα από τους στίχους μετατρέπεται σε μία δεξαμενή εμπειριών, συλλογισμών, συναισθημάτων που αναφλέγουν τη διάθεση για ζωή και η αγάπη βέλος που φεύγει από τα σπλάχνα της για να λαβώσει τους μυημένους σε αυτό το φως του τίποτα που μας γεννά και μας καταπίνει.

Ο ποιητικός λόγος του Κωνσταντίνου Μπαμπίλα δεν θα μπορούσε να μην είναι επηρεασμένος από την θεατρική τέχνη. Σ΄ αυτή τη ποιητική συλλογή οι δύο αυτές τέχνες ενώνονται έτσι ώστε να αποτελέσουν ένα ενιαίο και συνάμα δυνατό σχήμα εκφραστικότητας γιατί ο ποιητής δεν δημιουργεί μόνο θεατρικές εικόνες αλλά σκηνοθετεί τη συγκίνηση, την ένταση της στιγμής και την έκβαση της λύτρωσης θα τολμούσα να πω με των αρχαίων τραγικών την κάθαρση.

Στον κόσμο της «22 αντινικότ» ο αναγνώστης θα ζήσει φόβους, τραύματα, καταστροφές, απώλειες , υποκρισία, προδοσία, έρωτες ανεκπλήρωτους, πόνο, όμως αυτός ο νοητός διάλογος με τον ποιητή σμιλεύει τις πληγές σου σκαρώνοντας αλήθειες με όποιο λυγμό περίσσευε από το σούρουπο του παρελθόντος, αλήθειες που σε γεφυρώνουν με το διαρκές παρόν και σου δίνουν το κουράγιο να συνεχίσεις να πορεύεσαι στο μονοπάτι σου, να ανατρέπεις , να συγκολλάς , να λειαίνεις , να σκάβεις, να καίγεσαι , να λάμπεις, να ερωτεύεσαι και μετά την απόρριψη ή την προδοσία, να συνέρχεσαι από τις απώλειες, να συνεχίζεις και αν ακόμη ο κόσμος καίγεται εσύ να μπορείς να μιλάς για μανταρίνια που μυρίζουν υπέροχα στα δάχτυλα της αγάπης σου.

Θα ήταν αστείο κάποιος να πιστέψει ότι στον κόσμο μια ποιητικής συλλογής θα μπορούσε ως δια μαγείας να λύσει υπαρξιακά του προβλήματα, όμως όπως και να χει την ώρα που την κλείνει καλό είναι να μην αρνηθεί κάθε ανάμειξη.

Αν με ρωτούσατε τι αποκόμισα εγώ διαβάζοντας αυτή τη ποιητική συλλογή θα σας απαντούσα με δύο στίχους από ποίημα της που συνομιλούν και μου θυμίζουν το βαθύτερο νόημα του «υπάρχω» με την αυτογνωσία της ματαιότητας και την ευθύνη της πορείας μου στη ζωή.

-«Το ξέρω, πως, φεύγοντας. Δεν θα λείψω σε κανένα.»

- «αν δεν καείς πως θα λάμψεις»





ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ

Το πιο όμορφο άρωμα κολόνιας
ήταν τα ξεφλουδισμένα δάχτυλά σου
από το πρώιμο μανταρίνι.
Θα μου πεις,
εδώ ο κόσμος καίγεται
κι εσύ μιλάς για μανταρίνια.
Ναι.
Ο δικός μου κόσμος έτσι παίρνει φωτιά.
Με τη μνήμη στο μανταρίνι


 ΕΡΗΜΟΣ - διαβάζουν Βούλα Ζαχαριάδου- Στέλιος Χλιαράς

Ρο.


Με πόσα ρο παιδί μου γράφεται ο άνθρωπός;
Με πόσα πι θέλεις να πεις παππού;
Με ρο παιδί μου .
Κι αν έχει και το Α κεφάλαιο;
Ακόμη καλύτερα. Μα θέλει πολλά ρο.
Να πάρει το ρο του ρατσιστή
και να το δώσει στον πρόσφυγα.
Το ρο του εθνικόφρονα στην πατρίδα.
Το ρο του πρώτου στον έσχατο.
Το ρο του αδιάφορου στην ελπίδα.
Μα η ελπίδα δεν έχει ρο.
Πώς να έχει παιδί μου;
Την κάνανε ίδια με την απόγνωση,
την οδύνη,την απελπισία.
Κι ο έρωτας παππού; Τι να το κάνει το ρο του;
Άφησε τον αυτόν παιδί μου
Όσο είναι νέος το χρειάζεται.
Μετά, ακούει σε άλλα ονόματα.Άηχα.
Το ρο του έρωτα δεν κολλάει στον άνθρωπο.
Αν χρησιμοποιηθεί κάηκε
Θάρρος παππού.
Α γεια σου! Εδώ τα θέλει πάντα και τα δύο του!
Και γνώση παιδί μου. Κι αγάπη.
Χωρίς ρο μα πιο άνθρωποι.


ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ - Διαβάζει η Βούλα Ζαχαριάδου 





Ολόκληρη η εκδήλωση 










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου