Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Στο μεγάλο ποτέ-Jacque Prevert


Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα

στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

θα σ᾽ αγαπώ



Αυτό του τραγουδούσε

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε

Θά θελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽ αυτή

και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή



Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

Ναι βέβαια

σου λέω πως σ᾽αγαπώ

σ᾽αγαπώ ως το θάνατο

σ᾽αγαπώ για να ζω

Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ

πως δεν θέλω να φύγω

να φύγω για να ξαναγυρίσω

πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ

και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ

το γέλιο-σου



Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς

λέει εκείνη

αλλιώς δεν αξίζει

Προσπάθησε να καταλάβεις

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία

σημασία έχεις να ξέρεις

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

Έχεις δίκιο

δεν έχει σημασία το να ξέρεις

σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις



Δεν έχουν σημασία όλα αυτά

θέλω να μ᾽ αγαπάς

και μόνο εμένα ν᾽ αγαπάς

μα θέλω να σ᾽ αγαπάν κι οι άλλες

κι εσύ να λες όχι σ᾽ αυτές

για χάρη-μου

Τρομερή η πλεονεξία-σου

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα

στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽ το παράθυρο

και νάτος μεσ᾽στο δρόμο

μόνος με τις βαλίτσες



Να τώρα είμ᾽ ολομόναχος σαν σκύλος

κάτω απ᾽ τη βροχή

έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει

είναι λυπηρό

δεν πέτυχε πολύ

τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει

χιονοθύελλα

και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ ονειρευτήκαμε

δραματικό



Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες

τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος

τα μπουκάλια με τα ποτά

και με τα χέρια στις τσέπες

σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας

χώνεται μέσα στην ομίχλη



Δεν υπάρχει ομίχλη

αλλά ο άντρας σκέφτεται

Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη

κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη

και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα

και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης

και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο

και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια

άλλη γέφυρα

και δεν ξέρει γιατί

Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου

πίσω από μια αφίσα …

μετ. Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Θεωρία, Αθήνα 1982




Η Πλάνη - Βίκυ Βανίδη


Να ταξιδεύει, πάντα αυτό ήταν το όνειρο του και το έκανε δουλειά για να το ζει κάθε μέρα. Ταξίδευε σε πόλεις, σε άλλους ορίζοντες και τοπία. Γνώριζε ανθρώπους με διαφορετικές νοοτροπίες και το καλύτερο, κάθε αυγή και δείλι είχαν τα δικά τους χρώματα. Με το φορτηγό του γύριζε σχεδόν όλη την Ευρώπη, ποτέ δεν θα άλλαζε την δουλειά του. Η μεγαλύτερη του φρίκη ήταν ν' αναγκαστεί να κάνει δουλειά γραφείου, απορούσε πως υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν πρωί για να πάνε να κλειστούν σε ένα γκρίζο γραφείο και πως αυτοί δεν πεθαίνουν το επόμενο λεπτό από ασφυξία.
Φωτογραφία του Σουηδού φωτογράφου, Erik Johansson.

Είχε μια εμμονή να παρατηρεί τους ανθρώπους ιδιαίτερα τους οδηγούς και επιβάτες από τα άλλα αυτοκίνητα που σταματούσαν δίπλα στο φορτηγό του στα φανάρια. Του άρεσε να πλάθει ιστορίες για τις ζωές τους ήταν σαν μια στιγμιαία ανάγνωση ενός πολύπλοκου βιβλίου που έβαζε στοίχημα πως θα το κατανοήσει, ένα στοίχημα χαμένο από χέρι αλλά στην τελική ήταν μια πολύ αγαπημένη του συνήθεια. Σήμερα περνούσε από τον παραλιακό δρόμο μιας Ελληνικής πόλης ήταν πρωί είχε πάρει καφέ και σε κάθε κόκκινο φανάρι απολάμβανε την θάλασσα αριστερά του που ήταν αγριεμένη και άκρως προκλητική και το βλέμμα του ταξίδευε στον ορίζοντα μέχρι που σε μια στάση ένα μικρό λεωφορειάκη πόλης ήρθε κι άραξε δεξιά του. Στο αριστερό τελευταία παράθυρο καθόταν μια γυναίκα με έντονα κόκκινα χείλη αμέσως του τράβηξε το βλέμμα. Πάντα τον γοήτευαν οι άνθρωποι που κάθονταν στις πίσω θέσεις του λεωφορείου, ίσως γιατί του θύμιζαν την αλητεία των μαθητικών του χρόνων ή ίσως γιατί αγαπούσε την επιλογή στην μοναχικότητα τους. Σε λίγο η γυναίκα κοιτώντας προς το μέρος του σούφρωσε τα υπέροχα κόκκινα χείλη της και σαν να του έστειλε ένα φιλί. Μπα μάλλον λάθος κάνει δεν είναι δυνατόν μα όχι ...να το πάλι του στέλνει ξεκάθαρα φιλί. Άναψε πράσινο, την πιο ακατάλληλη στιγμή, το λεωφορείο πήρε πορεία προς το κέντρο κι αυτός τώρα τι κάνει συνεχίζει στην δική του πορεία σαν να μην έγινε τίποτα; Μια μικρή κυκλοφοριακή αναστάτωση και το φορτηγό του άλλαξε πορεία . Στη στάση που κατέβηκε η γυναίκα με τα κόκκινα χείλη ακινητοποιήσε το φορτηγό του δημιουργώντας ένα μεγάλο κυκλοφοριακό χάος.
Της άρεσε να κάθεται στην τελευταία αριστερή θέση και κατά κάποιο τρόπο την είχε ιδιωτικοποίηση με την φράση, είναι η θέση μου. Πριν κλειστεί για οκτώ ώρες στο γραφείο της άφηνε το βλέμμα της να ταξιδεύει στο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας κι αν ήταν τυχερή κάποιες μέρες έβλεπε καράβια να πλέουν στον ορίζοντα. Συνήθως ξυπνούσε κεφάτη τραγουδώντας ρεμπέτικα στον καθρέφτη της, σήμερα ήταν ράθυμη σαν να βαριώταν τη ζωή της. Όταν ανέβηκε στο λεωφορείο χάρηκε που ήταν άδεια η θέση της το είχε σαν σημάδι για την ευκολία της μέρας της. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο τη θάλασσα και ταξίδευε. Στα δεύτερα φανάρια όμως ένα τεράστιο φορτηγό της έκρυψε τη θέα και κείνη τη στιγμή τσουπ εμφανίζεται στο παράθυρο ένα τεράστιο κουνούπι . Βρε τι θέλεις εσύ εδώ χειμωνιάτικα; Φύγε γρήγορα μην σε δουν θα σε σκοτώσουν. Το κουνούπι ζουζούνιζε πάνω στο παράθυρο κι αυτήν το φυσούσε απαλά για να φύγει. Έφτασε στη στάση της αλλά τελικά δεν κατάφερε να απομακρύνει το κουνούπι κι έτσι το άφησε στην τύχη του. Κατέβηκε για να πάρει το δρόμο της καθημερινής ρουτίνας της μέσα σε ένα κουμφούζιο που δημιουργούσε ένα σταματημένο φορτηγό, κόρνες φασαρία κι ένας άντρας να τρέχει να πίσω της για να την προλάβει...
-Δεν πειράζει πάντα άξιζει να προσπαθείς για τον έρωτα! Αυτό το έμαθε με τρόπο τραγικό όταν άκουσε τους φίλους και συγγενείς και άφησε την Τάνια, τον μεγάλο του έρωτα, να φύγει από τη ζωή του γιατί ήταν Ρωσίδα κι όπως όλοι έλεγαν άρα πουτάνα. Αυτό πάντα θα τον πλήγωνε...
-Την τελευταία φορά που την κυνήγησε ένας άντρας ήταν ο σερβιτόρος γιατί είχε φύγει ,από αφηρημάδα, χωρίς να πληρώσει. Το χαμόγελο της αυταρέσκειας της ξαφνικά έσβησε ίσως μόλις τώρα από υπερβολική αίσθηση ανωτερότητα να έχασε έναν μεγάλο έρωτα...